ένα blog για τους αγώνες, τα όνειρα, τις ελπίδες του κόσμου της αριστεράς της αντίστασης

λόγια ποιητών ...

Αλλού αν γεννηθείς, αλλού κι αν πας,
παντού θα σε χτυπούν, αν δε χτυπάς!

(από το ποίημα «Θα γεννηθώ ξανά») κώστας βάρναλης

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Αυτά που έρχονται και πως τα αντιμετωπίζουμε



Αυτά που έρχονται και πως τα αντιμετωπίζουμε

Ξανά λοιπόν μπροστά σε μια εκλογική αναμέτρηση, σαν τις τόσες που γίνονται εδώ και χρόνια. Και κάθε επόμενη των εκλογών τα προβλήματα του λαού γίνονται περισσότερα, μεγαλύτερα και οξύτερα. Και όπως και στις προηγούμενες έτσι και σ” αυτές τις εκλογές οι δυνάμεις που διεκδικούν την κυβερνητική εξουσία διατείνονται ότι έχουν τις λύσεις.
Από τη μια το μπλοκ των -παραδοσιακών- συστημικών δυνάμεων ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και η ακολουθία τους. Δηλαδή οι δυνάμεις που οδήγησαν τον λαό και την χώρα στην σημερινή κατάσταση. Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ και οι υποστηριχτές του με τα εντός εκτός και επί τα αυτά. Κι “ από κοντά κάποιες άλλες δυνάμεις που επιδιώκουν να πλασαριστούν στο πολιτικό παιχνίδι ενόψει πιθανών αναδιατάξεων, είτε για να αυτοσυντηρηθούν περιχαρακωμένες στο ιδεολογικό τους «κάστρο».

Υπάρχουν εδώ ορισμένα ερωτήματα.
Οι δυνάμεις αυτές θέλουν πραγματικά ή και μπορούν να δώσουν ουσιαστικές απαντήσεις στο πρόβλημα;
Κι αν δεν θέλουν ή δεν μπορούν τι είναι αυτό που πραγματικά επιδιώκουν;
Και το πλέον κρίσιμο των ερωτημάτων.
Απέναντι σ” αυτά που έρχονται με ποιόν τρόπο μπορούν να απαντήσουν οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες ποιόν δρόμο να ακολουθήσουν;

Πού βρίσκονται οι απαντήσεις
Η απάντηση όπως πάντα βρίσκεται στην συγκεκριμένη θεώρηση της συγκεκριμένης κατάστασης. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση που διαμορφώνεται αν δεν την γνωρίσουμε και δεν την αναγνωρίσουμε στα πραγματικά της χαρακτηριστικά και χωρίς κανενός είδους αυταπάτες.
Πολύ περισσότερο που οι αυταπάτες αποτελούν το κυρίαρχο στοιχείο των μηνυμάτων που εκπέμπονται από όλες τις πλευρές (και όχι μόνο προεκλογικά). Και όσον αφορά τις δυνάμεις του συστήματος αυτό αποτελεί βασικό και μόνιμο στοιχείο της πολιτικής τους. Το πρόβλημα βρίσκεται στις υποτιθέμενες αριστερές δυνάμεις. Όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ πολιτεύεται φαντασιωνόμενος ότι βρίσκεται σε μια άλλη εποχή.
Παραπληρωματικά του ΣΥΡΙΖΑ και κάποιες «επαναστατικές» δυνάμεις συνωθούμενες εντός και πέριξ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιμένουν να ζουν στον δικό τους κόσμο.
Όσο για το ΚΚΕ από τη μια καμώνεται πως αντιμετωπίζει «σοβαρά» την κατάσταση και από την άλλη σαλπίζει «αντεπίθεση» εν κενώ (κοντεύει εικοσαετία αυτό το βλακώδες σύνθημα) και ακριβώς για να μην αναλάβει τις ευθύνες του.

Η πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε

Μόνο που ο πραγματικός κόσμος είναι ένας και συγκεκριμένος και η οδυνηρή πραγματικότητα που βιώνουν οι λαοί δεν επιδέχεται ούτε συγκαλύψεις ούτε ωραιοποιήσεις ούτε αυταπάτες. Σ΄αυτή τη βάση το πρώτο που χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε εδώ είναι πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο λαός μας και συνολικά οι λαοί του κόσμου δεν μας ήρθαν από τον ουρανό. Είναι συγκεκριμένες οι δυνάμεις που τα δημιουργούν για συγκεκριμένους λόγους και με συγκεκριμένους στόχους. Αντίστοιχα είναι συγκεκριμένοι οι όροι και οι δρόμοι μέσα από του οποίους οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες μπορούν να βρουν τις απαντήσεις και αυτούς οφείλουμε να αναζητήσουμε.

Αυτό που αντιμετωπίζουμε είναι η επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη. Είναι η εκστρατεία επανακατάκτησης – επαναποικιοποίησης του κόσμου από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Είναι οι αιματηρές συνέπειες του οξυμένου ανταγωνισμού των ιμπεριαλισμών για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. 
Ο στόχος του κεφαλαίου είναι να επιβάλει την απόλυτη κυριαρχία του στο κόσμο της δουλειάς, να τον υποτάξει πλήρως, να τον καταστήσει ανίκανο να αντιδράσει στις μεσαιωνικές σχέσεις εργασίας που προωθεί, στην συρρίκνωση των αμοιβών την κατάργηση δικαιωμάτων.
 Ταυτόχρονα η επέχταση της επίθεσης σε μικρομεσαίους και μεσοστρώματα δείχνει-μαζί με τα προηγούμενα- το σχήμα κοινωνίας που θέλει να διαμορφώσει και να επιβάλει. Εργατική τάξη υποταγμένη. Συρρίκνωση μεσοστρωμάτων, ώστε να διατίθεται το πιο ευρύτερο πεδίο δράσης στο μεγάλο κεφάλαιο. Ισχυροποίηση του «καθ” αυτού» κράτους ώστε απερίσπαστα απερίφραστα να χρησιμοποιείται σαν όργανο κυριαρχίας, ελέγχου και καταπίεσης των λαϊκών μαζών.
-Ο στόχος των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων είναι να επιβάλλουν τη λεγόμενη και Νέα Τάξη Πραγμάτων, δηλαδή την διαμόρφωση όρων απρόσκοπτης εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης των εξαρτημένων χωρών, των πηγών ενέργειας και πρώτων υλών, συνολικά των παραγωγικών οικονομικών τους δυνατοτήτων, την καταλήστευση του πλούτου τους. Οι απειλές, οι πιέσεις, οι εκβιασμοί, αλλά και οι αιματηρές ένοπλες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, η συντριβή όσων χωρών “ δυστροπούν”, το κομμάτιασμα τους δείχνουν καθαρά τις προθέσεις τους, δείχνουν την μορφή του κόσμου που θέλουν να διαμορφώσουν.

Αυτή η επίθεση και αυτή η εκστρατεία προωθούνται από το σύνολο των κεφαλαιοκρατικών δυνάμεων στον κόσμο (όλων των χωρών) και από το σύνολο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και με κοινούς στόχους την εργατική τάξη και συνολικά τους λαούς.- Ταυτόχρονα ανταγωνίζονται άγρια μεταξύ τους για την μοιρασιά της λείας με όλα τα μέσα και σε όλα τα πεδία. Το οικονομικό, το πολιτικό, το στρατιωτικό, το στρατηγικό. Ιδιαίτερα επικίνδυνη εξέλιξη αποτελεί η προσπάθεια των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για την διαμόρφωση ζωνών επιρροής και επικυριαρχίας. Μια κατεύθυνση που ωθεί σε νέες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που οδηγεί σε μορφές – εμμέσων για την ώρα – ενόπλων αναμετρήσεων ανάμεσα τους με συνέπεια πάντα το ματοκύλισμα και την καταστροφή των χωρών που τις υφίστανται.
Μια εξέλιξη που σε συνδυασμό με το πέρασμα του ανταγωνισμού και στο στρατηγικό πεδίο δημιουργεί τους μεγαλύτερους των κινδύνων συνολικά για την ανθρωπότητα.
-Η ανεργία, η φτώχεια, η εξαθλίωση εκατομμυρίων ανθρώπων, η επιβολή μεσαιωνικών εργασιακών σχέσεων, η καταλήστευση των αδύναμων χωρών, το ματοκύλισμα και η καταστροφή τους, τα εκατομμύρια των νεκρών, των σακατεμένων, των αρρώστων, των προσφύγων είναι έκφραση και αποτέλεσμα της επίθεσης των δυνάμεων του συστήματος ενάντια στο κόσμο της δουλειάς και συνολικά τους λαούς.

Αιτίες και όροι μιας εξέλιξης

Αυτή η εφιαλτική πραγματικότητα που τόσο οδυνηρά βιώνει ο κόσμος έχει τόσο τις αιτίες της όσο και τους όρους στη βάση των οποίων έγινε κατορθωτό να επιβληθούν. Όσο για τις αιτίες αυτές δεν βρίσκονται πουθενά αλλού παρά στην ίδια την φύση τα χαρακτηριστικά και τις λειτουργίες του καπιταλιστικού -ιμπεριαλιστικού συστήματος. Βρίσκονται μέσα στην ακόρεστη δίψα του κεφαλαίου για κέρδη. 
Γιγαντώνονται μέσα στην ακατάσχετη ροπή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για επέκταση και κυριαρχία. Το κεφάλαιο γεννιέται μέσα από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, ζει μέσα από αυτή, αναπαράγεται και διαιωνίζει την ύπαρξη και την θέση του μέσα από την όλο και μεγαλύτερη ένταση αυτής της εκμετάλλευσης. Ο ιμπεριαλισμός γεννιέται μέσα από την τάση του κεφαλαίου να επεκτείνει τον χώρο δράσης και κυριαρχίας του. Πατάει πάνω στην οικονομική, την πολιτική και πάνω από όλα τη στρατιωτική υπεροχή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων την οποία και χρησιμοποιεί αδίστακτα και αιματηρά όπου χρειαστεί για να διαμορφώσει – κατοχυρώσει τους όρους και τον χώρο κυριαρχίας του.
Αν στα προηγούμενα βρίσκονται οι γενεσιουργές αιτίες, οι αφετηρίες της πολιτικής που προωθείται από τις δυνάμεις του συστήματος, οι μορφές, η έκταση, η ένταση με τις οποίες αναπτύσσονται συναρτώνται με συγκεκριμένες κάθε φορά συνθήκες, όρους και συσχετισμούς. Στο ζήτημα αυτό οι «εξηγήσεις» που δίνονται από όλες σχεδόν τις πλευρές έχουν σαν στόχο – ή αποτέλεσμα- τόσο τη συγκάλυψη των πραγματικών αιτιών όσο των όρων στη βάση των οποίων έγινε κατορθωτή η προώθηση των στόχων του συστήματος σε αυτή την κλίμακα.
- Αν εξετάσει κανείς την εξέλιξη των πραγμάτων χωρίς σκοπιμότητες και ψευδαισθήσεις αυτό που θα δει είναι η άμεση συνάρτηση της έναρξης και κλιμάκωσης της επίθεσης του κεφαλαίου και της ιμπεριαλιστικής επιδρομής με την διαμόρφωση των ταξικών, κοινωνικών, πολιτικών και διεθνών συσχετισμών. Αυτούς που διαμορφώνονται μέσα από την υποχώρηση, την ήττα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος την παλινόρθωση στις σοσιαλιστικές χώρες και τελικά την διάλυση της Σ. Ε. την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ.

Τα αναγκαία συμπεράσματα

- Αυτή η συσχέτιση οδηγεί σε ορισμένα συμπεράσματα καθόλου επιθυμητά στις δυνάμεις του συστήματος αλλά και σε όλους εκείνους που δεν διανοούνται να «ζήσουν» χωρίς τις αυταπάτες τους.

Πρώτο ότι δεν έχουν καμία απολύτως βάση τα όσα πλασάρονται από δεξιά και «αριστερά» πως πρόκειται για μια προσωρινή κατάσταση, για παροδικές δυσκολίες που μέλλεται να αντιμετωπιστούν και να ξεπεραστούν. Οι δυνάμεις του συστήματος σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να παραιτηθούν με την θέληση τους από το πλεονέκτημα που τους δίνουν οι σημερινοί συσχετισμοί. Αντίθετα θα συνεχίσουν να προωθούν τους στόχους τους επίμονα, σχεδιασμένα, συστηματικά και αδιάλλακτα.

Δεύτερο αποτελεί έκφραση της εναγωνίως αναζήτησης δρόμων ευκολίας των κάθε λογής οπορτουνιστών ότι αυτές οι κατευθύνσεις αποτελούν έκφραση της πολιτικής ορισμένων μόνο (νεοφιλελεύθερων) δυνάμεων του συστήματος. Αυτές οι τάσεις και κατευθύνσεις διαμορφώθηκαν, ισχυροποιήθηκαν και παγιώθηκαν μέσα από μια ολάκερη ιστορική διαδρομή. Αποτελούν έκφραση της έκβασης της ταξικής πάλης στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και της διαμόρφωσης των αντίστοιχων τάσεων και συσχετισμών σε όλα τα πεδία. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να αποκτήσουν πραγματική υπόσταση δυνάμεις στα πλαίσια του συστήματος που να θέλουν και να μπορούν να αναστρέψουν την πορεία των πραγμάτων.

Τρίτο και ιδιαίτερης πολιτικής σημασίας ότι αυτή η τροχιά των εξελίξεων δεν μπορεί να αναστραφεί ή ανατραπεί παρά μόνο μέσα από μια δραστική διαφοροποίηση -αλλαγή ανατροπή των πραγματικών συσχετισμών. Μια τέτοια αλλαγή συσχετισμών στις σημερινές συνθήκες και στην κλίμακα που απαιτείται δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα στα πλαίσια με όρους, μορφές και δρόμους που υπαγορεύει και ελέγχει το σύστημα, ούτε από δυνάμεις που αποδέχονται αυτούς τους όρους και κινούνται σε αυτό το πλαίσιο. Αν ανατρέξουμε ξανά στην ιστορία αυτό που θα δούμε είναι ότι η είσοδος των λαϊκών μαζών στο προσκήνιο της ιστορίας, η αλλαγή των συσχετισμών προς όφελος των εργατικών λαϊκών δυνάμεων υπήρξε σαν αποτέλεσμα μακρόχρονων σκληρών ταξικών αγώνων, συγκρούσεων και εξεγέρσεων που με μπροστάρη το Εργατικό Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα κορυφώθηκαν στην Οχτωβριανή Επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην Ρωσία (Σ. Ε.). Όσοι υποστηρίζουν ότι μπορούμε να παρακάμψουμε τις απαιτήσεις πού θέτει μια τέτοια αναγκαιότητα, ότι μπορούμε να «κόψουμε δρόμο» μέσα από φαεινές «έξυπνες» κινήσεις και τακτικούς ελιγμούς, δεν εκφράζουν παρά τις μικροαστικές τους προσδοκίες και αυταπάτες μια πολιτική ανακύκλωσης των διαθέσεων ενός κόσμου για λογαριασμό του συστήματος.

Τέταρτο, μια τέτοια ανατροπή δεν μπορεί να προωθηθεί παρά μόνο από δυνάμεις που κινούνται έξω και ενάντια στο σύστημα και αποφασισμένες να συγκρουστούν να αναμετρηθούν με αυτό. Δυνάμεις σαν την εργατική τάξη και συνολικά τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να είναι ξεκαθαρισμένο ότι θεμελιώδης προϋπόθεση για να μπορέσουν οι εργατικές λαϊκές δυνάμεις να προωθήσουν έναν τέτοιο στόχο είναι η συγκρότησή τους σε κείνο το επίπεδο που θα τις καθιστά ικανές να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την επίθεση του συστήματος και τελικά να αναμετρηθούν νικηφόρα με αυτό. Κρίσιμο και αποφασιστικό στοιχείο για μια τέτοια συγκρότηση αποτελεί η «εκ νέου» συγκρότηση του προλεταριάτου σε «τάξη για τον εαυτό της» και συνολικά η ανασύσταση-ανασυγκρότηση του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος.

Πέμπτο, η υλοποίηση αυτών των στόχων και κατευθύνσεων δεν είναι ζήτημα κάποιου σχεδίου ή απλώς πολιτικών αποφάσεων αλλά πρώτα και πάνω από όλα ζήτημα πάλης. Είναι ζήτημα καθημερινής αντίστασης και αγώνα σε όλα τα πεδία της ταξικής πάλης επειδή μόνο σε αυτά και μόνο μέσα από αυτά μπορούν να διαμορφωθούν οι όροι προώθησής τους. Ταυτόχρονα απαραίτητη προϋπόθεση για να ανοίξει ένας τέτοιος δρόμος είναι η αντιμετώπιση των κάθε είδους ψευδαισθήσεων και αυταπατών είναι το να πεταχτεί στα σκουπίδια όλη η ρεφορμιστική οπορτουνιστική ιδεολογική πολιτική σαβούρα που έχει σωρευτεί για δεκαετίες δημιουργώντας ένα πραγματικό βάλτο. Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι δυνάμεις που θέλουν να υπηρετούν την εργατική τάξη και τον λαό που στοχεύουν στην ανατροπή αυτής της κατάστασης, που οραματίζονται μια άλλη κοινωνία, δεν έχουν άλλο δρόμο να ακολουθήσουν πέρα αυτού της επίμονης συνεχούς ασυμβίβαστης και αδιάλλακτης πάλης ενάντια στο σύστημα και στη βάση των απαιτήσεων που αυτή η πάλη θέτει.Το ζήτημα στη χώρα μας

Αν τώρα εξετάσουμε αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας αυτό που θα διαπιστώσουμε είναι ότι δεν αποτελούν παρά την εγχώρια έκφραση των όσων αναφέρθηκαν και εννοείται με τις ελλαδικές τους ιδιαιτερότητες. Έτσι έχουμε την επίθεση στην εργατική τάξη της οποίας αποφασιστική προωθητική δύναμη αποτελεί και η κεφαλαιοκρατική αστική τάξη της χώρας μας. Ταυτόχρονα και στα πλαίσια του καθεστώτος της εξάρτησης έχουμε την ιμπεριαλιστική επέμβαση που ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια εκδηλώνεται με τον πιο απροκάλυπτο και ωμό τρόπο σε όλα τα πεδία.

 Έκφραση τους η ένταση της επίθεσης στον κόσμο της δουλειάς, στην αγροτιά, την νεολαία, η διεύρυνση της σε μικρομεσαίους και μεσοστρώματα. Την παροχή όλων των προνομίων και διευκολύνσεων στο ντόπιο και ξένο κεφάλαιο, την παραχώρηση όλων των παραγωγικών δυνατοτήτων και συνολικά του δημόσιου πλούτου. Την σύναψη συμφωνιών που διασφαλίζουν την διαρκεί καταλήστευση του λαού και της χώρας από το ιμπεριαλιστικό χρηματιστικό κεφάλαιο (της ¨αγορές¨). Την ευθυγράμμιση σε κάθε είδους τυχοδιωκτικά σχέδια των ιμπεριαλιστών και συνολικά της παραρτημοποίησης της οικονομικής βάσης και συνολικά της χώρας.
 Η κεφαλαιοκρατική αστική τάξη της χώρας μας παρά το ότι ορισμένες ρυθμίσεις προσδιορίζουν μορφές ελέγχου και προσδιορισμού ορίων της δράσης της ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις ιμπεριαλιστικές υπαγορεύσεις.
 Ακριβώς επειδή με βάση τον κατά κύριο λόγο κομπραδόρικο μεταπρατικό χαρακτήρα της, ούτε θέλει ούτε μπορεί να δει άλλον δρόμο εξυπηρέτησης και των δικών της συμφερόντων και διασφάλισης της κυριαρχίας της πάνω στον λαό παρά μόνο στα πλαίσια του καθεστώτος της εξάρτησης (από ΗΠΑ – ΕΕ – ΟΝΕ- ΝΑΤΟ).
Όσον αφορά το πολιτικό της προσωπικό όπως εκφράστηκε βασικά μέσα από ΠΑΣΟΚ και ΝΔ υπηρέτησε και υπηρετεί αυτές τις κατευθύνσεις με τον πιο απροκάλυπτο και ξεδιάντροπο τρόπο. Όλα όσα διακηρύσσονται περί εξόδου από τα μνημόνια, την κρίση περί περάσματος σε τροχιά ανάπτυξης και αποκατάστασης των αδικιών δεν είναι παρά πολιτικάντικα τερτίπια και με στόχο την ανανέωση του ρόλου τους στη υπηρεσία της ίδιας πολιτικής και προώθησης των ίδιων αντιλαϊκών στόχων. Ταυτόχρονα με βάση την κρίση του πολιτικού συστήματος αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η αστική τάξη ξεπετάχτηκαν από τα σπλάχνα της και δυνάμεις οι οποίες υψώνουν αντιπολιτευτικούς τόνους. Δυνάμεις καθαρά αστικές που άλλες ενδύονται τον μανδύα του «πατριωτισμού» (ΑΝΕΛ) και άλλες της «ανανέωσης» (ΠΟΤΑΜΙ) ενώ τελευταία ενέσκηψε και Γ. Παπανδρέου ως φορέας σοσιαλδημοκρατίας (Αμερικανικού τύπου) . Από κοντά και δυνάμεις μισορεφορμιστικές τύπου ΔΗΜΑΡ αλλά και άλλες «παλαιοαριστερές»- «νεοπατριωτικές» που διεκδικούν το «μερτικό» τους.
 Στην πραγματικότητα όλες αυτές οι δυνάμεις όχι μόνο βρίσκονται εντός πλαισίου αλλά παρά τους υψηλούς τόνους (μέχρις εξαλλοσύνης ορισμένων) εκεί που απευθύνονται είναι η αστική τάξη. Στην ουσία σ” αυτήν εναποθέτουν την αρμοδιότητα αντιμετώπισης της κατάστασης και την καλούν να αναλάβει τις «εθνικές της ευθύνες». Με αυτή την έννοια δεν αποτελούν παρά εφεδρείες του συστήματος είτε άμεσα και ενόψει πιθανής αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού και αναζήτησης βιώσιμης πολιτικής λύσης είτε πιο μακροπρόθεσμα. 
 Γέννημα του συστήματος αλλά και ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το νεοφασιστικό μόρφωμα της (Χρυσής Αυγής) που η παρουσία της έχει ήδη αξιοποιηθεί για την προώθηση αντιδραστικών ρυθμίσεων. Παρά τις περιπλοκές που προκάλεσε η πρώιμη εκδήλωση των φιλοδοξιών της παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της χρησιμοποίησής της σαν το μαύρο χέρι του συστήματος ενάντια στον λαό και η πιθανότητα αξιοποίησης της σαν σκληρής εφεδρείας στου συστήματος αν οι συνθήκες το καταστήσουν αναγκαίο.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ

Αν τα προηγούμενα αποτελούν λίγο πολύ κοινό τόπο για τον καθένα το πρόβλημα βρίσκεται στις λεγόμενες και αριστερές δυνάμεις. Στην πραγματικότητα όλες τους – πλην Λακεδαιμονίων – κινούνται σε βάση αποδοχής των καπιταλιστικών – ιμπεριαλιστικών πλαισίων, αναζητώντας δρόμους και τρόπους άσκησης πολιτικής μέσα σε αυτό και με τους όρους του. Ακόμη περισσότερο και όσο υπερβολικό και αν ακούγεται αυτό, η πολιτική τους γραμμή έχει σαν πεδίο αναφοράς και εναπόθεσης της τελικής και αποφασιστικής αρμοδιότητας στην αστική τάξη της χώρας.

Κατ αρχάς σε σχέση με την δύναμη που προβάλει πλέον σαν βασικός διεκδικητής της κυβερνητικής εξουσίας, τον ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσε κανείς να σταθεί στο στρογγύλεμα των θέσεων και στόχων του στο οποίο προβαίνει και περισσότερο όσο πλησιάζει στο κατώφλι της διακυβέρνησης. Στις θέσεις και εκτιμήσεις μας αλλά και στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο μπορεί να βρει πλήθος αναφορών που επισημαίνουν, αξιολογούν και ερμηνεύουν αυτές τις προσαρμογές του αποκαλύπτουν τις κατευθύνσεις αλλά και τα όρια της πολιτικής του. Εδώ θα επιλέξω να αναφερθώ στους όρους στη βάση των οποίων ο ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνει και προωθεί την πολιτική του.

Η ταξική – κοινωνική αναφορά των δυνάμεων που συγκροτούν τον κεντρικό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ από υπάρξεώς τους (από το 1968 σαν ΚΚΕ εσωτερικού ή και ακόμη παλιότερα από το 1956 σαν τάση στα πλαίσια του ρεβιζιονιστικού πλέον ΚΚΕ ) ήταν τα μικροαστικά και μεσαία στρώματα. Στην πράξη και με βάση τις εξελίξεις η επιρροή και η σύνθεσή του περιορίστηκε στην εκπροσώπηση ενός μέρους της μικροαστικής διανόησης (στην πλατιά της έννοια) μιας και τα στρώματα αυτά στο μεγαλύτερο μέρος τους εκφράζονται αρχικά μέσω της Ένωσης Κέντρου και στη συνέχεια μέσω του ΠΑΣΟΚ. Η μνημονιακή κρίση η ρήξη της σχέσης αυτών των στρωμάτων με το ΠΑΣΟΚ και βασικά μετά τις «πλατείες» έδωσε την δυνατότητα στον ΣΥΡΙΖΑ να ενσωματώσει και να εκπροσωπήσει την δυσαρέσκεια αυτών των στρωμάτων και μέρους των λαϊκών.
Σε σχέση με μια τέτοια εξέλιξη και την προοπτική της χρειάζεται εδώ να θυμίσουμε ορισμένα πράγματα. Τα μεσοστρώματα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες απόχτησαν σημαντικό εύρος, ρόλο και σημασία στην περίοδο μετά τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο. Αυτό αποδίδεται από αστούς και ρεφορμιστές αναλυτές στην εφαρμογή των Κεϋνσιανών αντιλήψεων στην οικονομία. Αυτό που αποσιωπάται είναι οι λόγοι που ανάγκασαν το καπιταλιστικό σύστημα να καταφύγει σε μια τέτοια πολιτική. Αυτοί δεν είναι άλλοι από την πίεση που ασκούσε το Εργατικό Λαϊκό Κομμουνιστικό κίνημα και η ύπαρξη των σοσιαλιστικών χωρών και η απειλή που συνιστούσε αυτό για την ίδια την ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος.
Απέναντι σε αυτή τη απειλή το σύστημα επέλεξε μια πολιτική διεύρυνσης της κοινωνικής του βάσης στήριξης μέσω της ευνόησης της διεύρυνσης των μεσοστρωμάτων και άμβλυνσης των αιχμών των εργασιακών διεκδικήσεων. Αυτή η εξέλιξη, πέραν των άλλων προσέφερε και την κοινωνική βάση για την αναβάθμιση του ρόλου των ρεφορμιστικών δυνάμεων πράγμα που υποστηρίχθηκε και από την πλευρά της αστικής τάξης και αξιοποιήθηκε για λογαριασμό της.
 Η ίδια αυτή εξέλιξη ευνόησε την διαμόρφωση όρων θεωρητικοποίησης – ιδεολογικοποίησης της. Βάση της η θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων. Έκφρασής της η θεωρία του ειρηνικού περάσματος του κοινοβουλευτικού δρόμου για τον σοσιαλισμό, της δυνατότητας μετεξέλιξης του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό, το ιδεολόγημα του « νεωτερικού -καπιταλισμού» των μικρορυθμήσεων, των βαθιών διαρθρωτικών αλλαγών, της « κοινωνίας των πολιτών» της ανάδειξης της δημοκρατίας σε λυδία λίθο των κοινωνικών εξελίξεων, η επίκληση του Σουηδικού μοντέλου του Κέϋνς και σειρά άλλων.

Η περίοδος που διανύουμε

Το θέμα είναι ότι ήδη έχουμε περάσει σε άλλη περίοδο και τίποτε από τα προηγούμενα δεν έχει πλέον την όποια έστω βάση είχε προηγούμενα. Το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα δεν αισθάνεται πλέον καμία απειλή από τις δυνάμεις που υπήρξαν ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ύπαρξη του.
 Ήδη μετά την επίθεση στην εργατική τάξη την επεκτείνει και στα μεσοστρώματα.

 Ήδη επεμβαίνει με τον πιο ωμό και πολλές φορές αιματηρό τρόπο σε μια σειρά χώρες.
 Ήδη έχει θέσει στο περιθώριο τους ρεφορμιστές (η μοίρα των χρήσιμων ηλιθίων) μια και δεν τους χρειάζεται παρά μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις και μόνο σε βάση μετάλλαξης και μεγαλύτερης προσαρμογής τους στις σημερινές νόρμες του συστήματος.
 Μια τέτοια εξέλιξη και όπως είναι φυσικό προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις των μεσοστρωμάτων σε πανευρωπαϊκή κλίμακα ενώ η έκρηξη των «πλατειών» υπήρξε η έκφραση αυτής της αντίδρασης στη χώρα μας. Το ποια εξέλιξη θα έχει αυτή, ποια διάρκεια, αντοχή και επιμονή ή το πόσο και πότε θα αρχίσει να «χωνεύεται» σε ποια κλίμακα με βάση και το ποια θα είναι η τελική αναδιάρθρωση μένει να το δούμε. Εκείνο που δεν πρόκειται να δούμε είναι η αναστροφή στις κατευθύνσεις του συστήματος. «Επιστροφή» δεν υπάρχει.

Πάνω σε αυτές τις αντιδράσεις και σε αυτήν την τάση της «επιστροφής» πάτησε και ισχυροποιήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ και με ανάλογους κυβερνητικούς στόχους. 
 Και εδώ χρειάζεται να σταθούμε λίγο περισσότερο σε ορισμένα ζητήματα. Αν εξετάσει κανείς το σύνολο των αναλύσεων, τοποθετήσεων, προτάσεων κλπ σειράς εκπροσώπων, διανοουμένων, αναλυτών αυτού του φάσματος και όχι μόνο Ελλαδικά αλλά Διεθνώς θα διαπιστώσει ότι παρά την πολυμορφία τους διατρέχονται όλες από την αγωνία της «επιστροφής». Ταυτόχρονα και σε συνάρτηση με το προηγούμενο έχουν σαν κοινό τους παρονομαστή την «άρνηση της πραγματικότητας».
  Καθόλου τυχαία. Η αναγνώριση της πραγματικότητας όπως αυτή έχει διαμορφωθεί όχι απλά θα τους έβγαζε έξω από τα νερά τους αλλά και θα του έβαζε μπροστά σε απαιτήσεις που ούτε θέλουν ούτε μπορούν να τις αναλάβουν. Και για να έρθουμε στις εγχώριες εκφράσεις του πράγματος. Στο δημόσιο διάλογο από πολλούς μπαίνει το ερώτημα για το τι μπορεί να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ (αν το «αφήσουν» κλπ) αν γίνει κυβέρνηση σε σχέση με τους προοδευτικούς φιλολαϊκούς στόχους που θεωρούν ότι θέλει να προωθήσει. Το ερώτημα έτσι όπως τίθεται είναι και λειψό και κατά συνέπεια στρεβλό. Το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι μπορεί να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και το τι πραγματικά θέλει.
Η λογική της «επιστροφής» που όπως προαναφέρθηκε χαρακτηρίζει συνολικά αυτό το ρεύμα έχει ένα συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Συνδέεται με την επιδίωξη ενός νέου κοινωνικού-πολιτικού συμβιβασμού με το σύστημα ανάλογου των παλαιοτέρων. Τους εκπροσώπους αυτού του ρεύματος δεν τους ενδιέφερε ποτέ πραγματικά η μοίρα της εργατικής τάξης, της πλέμπας του « χοντρού λαού» αλλά μόνο της κοινωνικής βάσης στην οποία εδράζονται. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που στις «πλατείες» λυσσάγανε για να αποκλείσουν τα συνδικάτα και υποτίθεται γενικά αλλά στην ουσία τα κόμματα και τις οργανώσεις κομμουνιστικής αναφοράς.
 Οι ίδιοι που τροφοδότησαν, ενίσχυσαν και ανέδειξαν σαν « αρετές» τα πιο αντιδραστικά γνωρίσματα της μικροαστικής μάζας. Ταυτόχρονα πάνω σε αυτό και μέσω αυτού επιδιώξανε την «σύμβαση ανανέωσης» του πολιτικού τους ρόλου. Άμεση σχέση με αυτό είχε και η αδρανοποίηση του λαϊκού παράγοντα στο μεταξύ διάστημα στην οποία- πέρα από τις ενδογενείς της αιτίες- καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ (και όχι μόνο) ήταν μια μορφή παροχής διαπιστευτηρίων στο σύστημα και σε αναφορά με μια τέτοια επιδίωξη.

Προσαρμογές και σημερινές επιδιώξεις

οι εξελίξεις, οι πιέσεις που ασκούνται και τόσο περισσότερο όσο ο ΣΥΡΙΖΑ προσέγγιζε το κατώφλι της κυβερνητικής εξουσίας τους ανάγκασε σε σειρά προσαρμογών. Λίγο ως πολύ αντιλαμβάνονται πλέων οτι πραγματική επαναφορά του κοινωνικού στάτους στις προηγούμενες νόρμες δεν είναι εφικτή. Το ότι διατηρούν (όσο τη διατηρούν) μια ορισμένη ρητορεία ελάχιστη σημασία έχει το ότι μετά τον Ολάντ (που τους» απογοήτευσε») ανακαλύπτουν τον Ομπάμα και τις «θετικές» απόψεις των ΗΠΑ στο θέμα της οικονομίας είναι έκφραση της αγωνίας τους να «πιαστούν» από κάπου.
 Όσο για τις απόψεις ότι θα αλλάξουν την κατάσταση στην Ευρώπη και μέσω αυτής της αλλαγής θα αλλάξουν και την κατάσταση στην Ελλάδα ξεπερνάει τα όρια του γελοίου. Με αυτούς τους όρους αυτό που παραμένει σαν πραγματική βασική τους επιδίωξη είναι η ανάδειξη, αναγνώριση και κατοχύρωση του πολιτικού τους ρόλου, όποιος μπορεί να είναι αυτός στις νέες συνθήκες και συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί. Από εκεί και πέρα κάποιες αλλαγές, κάποιες βελτιώσεις σε ορισμένα πεδία που να δικαιολογούν και να παρέχουν βάσεις στήριξης στον ρόλο που επιδιώκουν.

Το ερώτημα πλέον αφορά το ποια πραγματική βάση έχουν αυτές έστω οι επιδιώξεις και σε τι μπορεί να ευελπιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Η μία πλευρά της απάντησης βρίσκετε στην στάση των ιμπεριαλιστικών κέντρων αλλά και ντόπιου κεφαλαίου. Είναι γεγονός ότι θα προτιμούσαν τις δικές τους «δοκιμασμένες» λύσεις και ανθρώπους. 
 Το αμετακίνητο ωστόσο στοιχείο σε αυτούς βρίσκετε στις βασικές τους επιδιώξεις. Απ εκεί και πέρα δεν έχουν ταμπού. Με βάση μάλιστα την φθορά του κυβερνητικού σχήματος αλλά και την αποτυχία (ως τώρα γιατί έπεται και συνέχεια) διαμόρφωσης αξιόπιστων εναλλακτικών σχημάτων θα μπορούσαν να δοκιμάσουν (ή να «ανεχθούν») λύση με βάση τον ΣΥΡΙΖΑ, υπό τον όρο πάντα της ακόμη μεγαλύτερης μετάλλαξης και προσαρμογής του. Άλλωστε η ανησυχίες τους δεν έχουν να κάνουν τόσο με αυτόν καθεαυτόν τον ΣΥΡΙΖΑ όσο με τις δευτερογενείς παρενέργειες και αναστατώσεις που μπορεί να προκαλέσει η εκλογή του.
Από την μεριά του ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί όσο μπορεί περισσότερο να τους «καθησυχάσει» παρέχοντας αφειδώς τα κάθε είδους διαπιστευτήρια του. Οι επιτελείς του και τόσο περισσότερο όσο «λιγοστεύουν οι μέρες» έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται τόσο τις δυσκολίες του εγχειρήματος όσο και το βάρος των αδυναμιών του ΣΥΡΙΖΑ. 
Την έλλειψη -παρά τα ανοίγματα προς κάθε κατεύθυνση-στερεών σχέσεων δεσμών και ερεισμάτων στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, το ντόπιο κεφάλαιο και τον κρατικό μηχανισμό. Την αδύναμη παραγωγική οικονομική βάση της χώρας. Ένα ζήτημα τη κρισιμότητας του οποίου πολύ καθυστερημένα κάλυψαν και με ελάχιστη σοβαρότητα το αντιμετώπισαν. 
 Αντίθετα η καλλιέργεια αυταπατών για εύκολες « επιστροφές» είναι ζήτημα που θα το βρουν μπροστά τους. Ταυτόχρονα ένα πρόβλημα που επιτείνεται από την αναντιστοιχία ανάμεσα στα εκλογικά του ποσοστά και τους πραγματικούς και στέρεους δεσμούς με τις λαϊκές μάζες (καμία σχέση λ. χ. με το ΠΑΣΟΚ του 1981), τις αδυναμίες του σαν πολιτικός οργανισμός αυτός κάθε αυτός. Ο αρχικός του πυρήνας (από τον Συνασπισμό) δεν επαρκεί, ενώ το συνονθύλευμα των συνιστωσών, τα ποντίκια του ΠΑΣΟΚ που μετακόμισαν από το καράβι που βούλιαξε, οι περιφερόμενοι «διανοητές» που «είδαν φως και μπήκαν» δεν παρέχουν εχέγγυα (το αντίθετο) για την επιτυχία του εγχειρήματος. Αλλά όλα αυτά έτσι η αλλιώς μένει να τα δούμε.Μια σύντομη αναφορά σε ΚΚΕ – ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Αναφέρθηκα αρκετά, εκτεταμένα στον ΣΥΡΙΖΑ και για λόγους ευνόητους για τον καθένα. Έχει οπωσδήποτε το δικό της βάρος και σημασία μια αναφορά και στις άλλες δυνάμεις του ευρύτερου αριστερού φάσματος. Για λόγους ωστόσο οικονομίας αυτού του κειμένου αλλά και για να μην αδικήσω το θέμα θα παραπέμψω σε ήδη δημοσιοποιημένες τοποθετήσεις του χώρου μου που αναφέρονται σε αυτές τις δυνάμεις. Εδώ θα περιοριστώ σε πολύ σύντομες παρατηρήσεις.

Παρακολουθώντας την πολιτική του ΚΚΕ αυτό που διαπιστώνει κανείς είναι οτι η βασική λογική που το διατρέχει είναι αυτή της αυτοσυντήρησης. Μόνο που κινούμενο σε αυτή την τροχιά « πέτυχε» το ακριβώς αντίθετο. Αναζητώντας την εξήγηση μιας τέτοιας «ακατανόητης» τακτικής αυτό που βλέπουμε να αναδείχνεται είναι μια κατεύθυνση αποφυγής πολιτικών επιλογών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια πλατιά συγκροτημένη και μετωπική αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του συστήματος. Αν συσχετίσει κανείς αυτήν την επιλογή με την θέση για την « λαϊκή εξουσία» το μόνο που μπορεί να υποθέσει κανείς είναι ότι η ηγεσία του ΚΚΕ σκοπεύει να φτάσει σε αυτήν με « αερογέφυρα». Όσο για το ανεκδιήγητο σύνθημα της «αντεπίθεσης» δεν έχει άλλο νόημα παρά της προσπάθειας- ανεπιτυχούς- συγκάλυψης του πραγματικού περιεχομένου και στοχεύσεων της πολιτικής του.
Σε σχέση με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα πέριξ αυτής.

 Όταν ξεκίνησε αυτό το κείμενο στα υπόψιν ήταν το θέμα ΑΝΤΑΡΣΥΑ- ΠΑΜΕΣ. Τώρα καθώς τελειώνει, προβάλλει με την μορφή ΑΝΤΑΡΣΥΑ - ΜΑΡΣ. Θα αποφύγω να ασχοληθώ με τα τραγελαφικά που χαρακτήρισαν τις κινήσεις – προεκλογικής – συγκρότησης αυτού του χώρου. Θα περιοριστώ σε ορισμένες μόνο παρατηρήσεις.
 Η βασική συνεκτική – και κραυγαλέα οπορτουνίστικης υφής -ουσία του εγχειρήματος είναι η εναγώνια προσπάθεια πλασαρίσματος στο πολιτικό παιχνίδι και ενόψει πιθανόν αναδιαμορφώσεων μέσο ενός « καλού « εκλογικού ποσοστού. Όσον αφορά το βασικό πολιτικό στίγμα αυτό που αναδείχνεται συνδέεται με τις αναφορές στην «ιστορική ευκαιρία» που «χάθηκε» το 2012 (πως και γιατί αλήθεια;) και που « δεν πρέπει να ξανά χαθεί». 
 Μια πολιτική λογική που διαμορφώνει αυτό το εγχείρημα σε παραπλήρωμα της γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ. Καθόλου τυχαία. Πέρα από τον οπορτουνισμό του πράγματος οι βαθύτερες αιτίες βρίσκονται στις κοινές κοινωνικές, θεωρητικές, ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες όλων αυτών των δυνάμεων και στις οποίες ως ένα βαθμό αναφέρθηκα σε προηγούμενο σημείο αυτού του κειμένου.
Κλείνοντας, θα επανέλθω σύντομα σε αυτό που αναφέρεται στην αρχή αυτού του κειμένου. Οι πραγματικοί ταξικοί κοινωνικοί πολιτικοί συσχετισμοί στη βάση των οποίων κινούνται μέχρι σήμερα τα πράγματα, θα ναι στην ουσία τους ίδιοι και μετά τις εκλογές. Ίδιες συνεπώς και οι απαιτήσεις, ίδια και τα καθήκοντα. Όσο για τις ιδιαίτερες μορφές μέσα από τις όποιες θα εκφραστούν όλα αυτά είναι ζήτημα της επομένης.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΑΜΑΡΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.